Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ  

korifidis_gΟ Γιώργος Κορυφίδης κατάγεται από τον Πόντo. Η μνήμη της οικογένειάς του πάει ως τον πρόγονό του, το γνωστό καπετάν Κορυφίδη, που έδρασε εκείνα τα χρόνια στην περιοχή του Πόντου. Πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, κατά διαστήματα, οι Νεότουρκοι πραγματοποιούσαν συχνές και σκληρές επιθέσεις εναντίον των Ποντίων. Μάλιστα πολλοί Τούρκοι χωρικοί ειδοποιούσαν τους Πόντιους για να κρυφτούν και να διασωθούν. Ένας καλόγερος από την Τραπεζούντα, όταν έμαθε ότι θα γίνει διωγμός εναντίον των Ποντίων, ειδοποίησε τους Αδελφούς Ανδριανόπουλου και τον καπετάν Κορυφίδη. Τότε τα πρωτοπαλίκαρά του ναύλωσαν ένα καράβι στην Τραπεζούντα, το οποίο μετέφερε πολλούς  Πόντιους μαζί και την οικογένεια Κορυφίδη.

Ο παππούς του, ο Ισαάκ Κορυφίδης, μεγάλωσε στον Πόντο στο χωριό Όλασσα, η οποία σήμερα ονομάζεται Μπαξέ Καγιά, της Τραπεζούντας. Ήταν μία πεδινή περιοχή με φουντουκιές και κερασιές και οι κάτοικοι εκεί ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες. Πολλά από τα σπίτια στην περιοχή εκείνη, τα οποία δεν κατοικούνται πλέον, ανήκαν στους Έλληνες. Ο Γιώργος Κορυφίδης σε μία επίσκεψή του στη γη των προγόνων του αναζήτησε και βρήκε το σπίτι του πατέρα του, το οποίο είναι ένα μονώροφο, μεγάλο, πετρόκτιστο σπίτι, που συνεχίζει να στέκεται ακόμα όρθιο και παραμένει ακατοίκητο.

Ο Ισαάκ Κορυφίδης νυμφεύθηκε την Ελένη και απέκτησαν τέσσερα παιδιά, το Χριστόφορο, τον Ηρακλή, την Ελισάβετ και τον Παύλο, τον πατέρα του Γεωργίου Κορυφίδη. Η σύζυγός του, Ελένη, πέθανε στο δρόμο της προσφυγιάς μέσα στο καράβι και έμεινε ο παππούς του Γιώργου μόνος με τέσσερα παιδιά. Όταν η οικογένεια έφθασε στην Ελλάδα, πήγε στα απολυμαντήρια της Θεσσαλονίκης και μαζί της ήταν και ο καπετάν Κορυφίδης, ο οποίος  χάθηκε. Στη συνέχεια μετέφεραν κάποιους στη Μακρόνησο, που ήταν τότε κέντρο υποδοχής. Εκεί πέθανε από τις μολυσματικές ασθένειες και ο Ισαάκ Κορυφίδης. Τα μεγαλύτερα παιδιά του είχαν ήδη οικογένειες και είχαν εγκατασταθεί αλλού.

Ο πατέρας του Γιώργου, ο Παύλος, έμεινε μόνος του, μικρό παιδί. Διέμεινε για ένα διάστημα με τα αδέλφια του και κατόπιν τον πήγαν σε ένα οικοτροφείο της Καστοριάς. Είχε αποκτήσει μία υψηλή μόρφωση για την οποία ήταν πολύ γνωστός στην πόλη. Αναλάμβανε να κάνει ομιλίες πολιτιστικού περιεχομένου στον πνευματικό κόσμο της Καστοριάς. Εκεί γνωρίστηκε με την Όλγα Πανίδου, τη μητέρα του Γιώργου Κορυφίδη. Ο πατέρας του στην πορεία διορίστηκε σε ένα χωριό των Γρεβενών, το Καλόχι. Εγκαταστάθηκε εκεί με τη σύζυγό του την Όλγα με την οποία είχε νυμφευθεί στη Φλώρινα το 1934.

Η Όλγα Πανίδου ήταν Πόντια από το Καρς του Καυκάσου. Η απώτερη καταγωγή της ήταν από την Τραπεζούντα, όπου η οικογένειά της ζούσε στις αρχές του 20ού αιώνα. Το δικό της χωριό λεγόταν Κιουλαλί και εκεί γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα της χρόνια. Το 1922 έφυγε μαζί με την οικογένειά της και ήλθαν στον Τριπόταμο Φλωρίνης. Αρχικά, σε εκείνα τα χωριά υπήρχε μία εγγενής αντιπάθεια μεταξύ των Ποντίων και των ντόπιων, η οποία όμως με τα χρόνια χάθηκε. Η ίδια μορφώθηκε και σπούδασε νηπιαγωγός στο Διδασκαλείο Καστοριάς, όπου γνώρισε τον Παύλο Κορυφίδη, τον οποίο και παντρεύτηκε. Απέκτησαν ένα γιο, το Γιώργο, ο οποίος γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1935 στο Καλόχι και αργότερα, όταν μετατέθηκε ο πατέρας του στη Θεσσαλονίκη, απέκτησαν μία κόρη, την Ελένη, το 1945.

Ο διευθυντής στο Διδασκαλείο της Καστοριάς ο Γ. Κοκκίνης όταν έγινε διευθυντής στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης, έφερε την αφρόκρεμα των μαθητών του. Έτσι η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι καιροί όμως δε βοήθησαν πολύ. Σύντομα ο πατέρας του έφυγε για τον πόλεμο το 1940 ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Πήγε στην Αλβανία όπου πολέμησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Το γεγονός ότι έζησε ήταν μεγάλη τύχη. Οι μνήμες του από τον πόλεμο ήταν οδυνηρές, γι’ αυτό σχεδόν ποτέ δε μιλούσε για τις εποχές αυτές.

Μετέπειτα, επί κατοχής, λόγω επαγγελματικών ανταγωνισμών στην Παιδαγωγική Ακαδημία, χαρακτηρίστηκαν πολλοί ως αριστεροί και απολύθηκαν ή μετατέθηκαν. Έτσι και ο πατέρας του, Παύλος, μετατέθηκε στο Βότση Θεσσαλονίκης σαν δάσκαλος. Στην κατοχή όμως και λόγω της πείνας που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη πήρε την οικογένειά του και πήγε πίσω στον Τριπόταμο Φλωρίνης, το χωριό της γυναίκας του. Εκεί είδε από κοντά πραγματικά γεγονότα της Εθνικής Αντίστασης. Οι αντιστασιακοί του πρότειναν να γίνει στρατιωτικός διευθυντής της Δυτικής Μακεδονίας. Αρνήθηκε όμως να ζήσει γι’ άλλη μια φορά τέτοια οδυνηρά γεγονότα και επέστρεψε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη.

Εκεί και ο ίδιος ο Γιώργος Κορυφίδης έζησε εικόνες φρίκης. Είδε ανθρώπους να ψυχορραγούν από την πείνα και δεν μπόρεσε να ξεχάσει τίποτα από τα γεγονότα αυτής της περιόδου, τα οποία σημάδεψαν τη ζωή του. Τον πατέρα του τον έπιασαν και τον βασάνισαν οι Γερμανοί. Στη διάρκεια του εμφυλίου έγινε υπολοχαγός στον Εθνικό Στρατό στη γραμμή Γράμμου-Βίτσι και έπειτα στα Γρεβενά. Ενώ πολεμούσε, τον κατηγόρησαν ότι είναι κομμουνιστής και επιτέθηκαν στο σπίτι του και στη γυναίκα του. Όταν έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως φρόντισε να αποκαταστήσει τ’ όνομά του.

Μετά τον εμφύλιο η οικογένεια έμεινε στην Καλαμαριά και ο πατέρας του έγινε  διευθυντής στο Δημοτικό Σχολείο του Βότση. Χρόνια αργότερα μετατέθηκε στο Δημοτικό Σχολείο του Αγίου Ελευθερίου ως Διευθυντής απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε επί Χούντας.

Κάποια στιγμή αρρώστησε και ένας γιατρός πρότεινε στο γιο του, Γιώργο Κορυφίδη, να βρει ο πατέρας του κάποια δουλειά να κάνει, γιατί μόνο έτσι θα γινόταν καλά. Αυτό ήταν η αφορμή που μαζί με κάποιους συνέταιρους, εξαιρετικούς οικογενειακούς φίλους το 1968 αγόρασαν μία έκταση στους Ελαιώνες Πυλαίας και έκτισαν το σχολείο «Πρότυπα Εκπαιδευτήρια». Το ονόμασαν Πρότυπα από το όνομα των σχολείων της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, όπου υπηρέτησε παλαιότερα ο πατέρας του, ο οποίος έγινε ο πρώτος διευθυντής του σχολείου. Οι αρχές που εφάρμοσε στο σχολείο και τα κριτήρια μόρφωσης των μαθητών δεν ήταν ποτέ οικονομικά. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις μαθητών που φοίτησαν δωρεάν, αξιολογούμενοι μέσα από τις προσωπικές σχέσεις και την αξία τους. Το όραμα ήταν να δημιουργήσει  ένα σχολείο με σωστή γνώση και αγάπη για το παιδί και όχι μια συνηθισμένη επιχείρηση. Ο Γιώργος Κορυφίδης έγινε ο δημιουργός, στυλοβάτης και μέγας βοηθός του πατέρα του. Από τότε είναι εκεί για να βοηθήσει κάθε παιδί που το έχει ανάγκη αδιαφορώντας για το προσωπικό του κέρδος.

Από το 1971 λειτουργεί το σχολείο, στο οποίο υπάρχει νηπιαγωγείο και δημοτικό και τα τελευταία χρόνια και παιδικός σταθμός. Το χαρακτηριστικό του σχολείου είναι ότι οι απόφοιτοι του δημοτικού πρωτεύουν πάντοτε στο γυμνάσιο και εξελίσσονται σε σημαντικούς ανθρώπους. Μετά το θάνατο του πατέρα του, το 1994, ο Γιώργος υποστήριξε και φρόντισε το σχολείο με μεράκι και πολλή αγάπη. Το σχολείο εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση τις αξίες του πατέρα του, Παύλου Κορυφίδη, που το θεωρούσε λειτούργημα και όχι επιχείρηση. Αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός ότι ενώ τη δεκαετία του 1980 απαγορεύτηκε η διδασκαλία της γραμματικής, ο πατέρας του ήταν από τους λίγους που αντιτάχθηκε και συνέχισε τη διδασκαλία της. Όπως και για τον πατέρα του έτσι και για τον ίδιο, το Γιώργο Κορυφίδη, το σχολείο αυτό είναι η πεμπτουσία της ζωής του, το τέταρτο παιδί του.

Νυμφεύθηκε το 1966 τη Ζωγραφία Ζαφειράκη με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη, καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας. Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Παύλο, την Όλγα και  τον Γιάννη. Τα μεγάλωσε με ποντιακά πρότυπα και είναι περήφανος γι’ αυτά. Πήγε δημοτικό στα Πρότυπα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, στο δημοτικό του Τριπόταμου Φλωρίνης και στο Βότση. Κατόπιν, πήγε στο Ε΄ Γυμνάσιο Αρρένων από το οποίο έχουν αποφοιτήσει πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι. Πέρασε στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή, όπου αρίστευσε. Έδωσε εξετάσεις στην Εμπορική Τράπεζα, όπου πέτυχε κι εργάστηκε τριάντα τρία χρόνια.

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Θεσσαλονίκη στη μονάδα 113 και τελείωσε ως έφεδρος αξιωματικός στην πολεμική αεροπορία. Όταν συνταξιοδοτήθηκε από την Εμπορική Τράπεζα αποκλειστικά ασχολήθηκε με τη διαχείριση του σχολείου. Ο Γιώργος Κορυφίδης συνεχίζει στη θέση του πατέρα του τελώντας το λειτούργημά του στο σχολείο.

Αυτό που έντονα θυμάται είναι η παλιά Θεσσαλονίκη τον καιρό που μικρός εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και η γειτονιά του, η ονομαστή περιοχή του Βυζαντίου Καλαμαριάς, όπου τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες με αυλές γεμάτες τριαντάφυλλα. Αυτό επίσης που πιστεύει πως είναι σημαντικό και άξιο να αναφερθεί είναι ότι εκείνη την εποχή οι άνθρωποι ήταν πολύ κοντά, αγαπημένοι και ενωμένοι, που μέσα από τις δοκιμασίες από τις οποίες επιβίωναν, γίνονταν δυνατότεροι.

Ο Γιώργος Κορυφίδης απεβίωσε στις 28 Νοεμβρίου 2011, σε ηλικία 76 ετών, ένα μήνα αφού έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό ‘Οικουμενικός Ελληνισμός’.